Προϊόντα του Μελισσιού.

Προϊόντα του Μελισσιού.

Προϊόντα του Μελισσιού – Μελισσοκομικό Εργαστήριο

 

4.1.      Περιγραφή μελισσοκομικών προϊόντων

Μια σύντομη αναφορά για τα διάφορα μελισσοκομικά προϊόντα έχει γίνει στο 1ο Κεφάλαιο. Πριν εξετάσουμε ωστόσο λεπτομερέστερα το θέμα, χρειάζεται να διευκρινίσουμε τον όρο «Μελισσοκομικό προϊόν».

Θεωρείται μελισσοκομικό προϊόν κάθε ουσία, τροφή ή ακόμα και ζωντανό μέρος του μελισσιού που ο μελισσοκόμος μπορεί να πάρει από αυτό, για δική του χρήση ή για να το εμπορευτεί. Το μελίσσι δεν παράγει τα προϊόντα αυτά  για το μελισσοκόμο αλλά γιατί του είναι απαραίτητα για την επιβίωσή του. Ο μελισσοκόμος, συνεργάτης των μελισσών, χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους και τεχνικές για την απόληψη των προϊόντων αυτών, χωρίς να διαταράξει τη ζωή ενός παραγωγικού μελισσιού.

Τα μελισσοκομικά προϊόντα είναι: το μέλι, η γύρη, ο βασιλικός πολτός, το κερί η πρόπολη, το δηλητήριο και άλλα, όπως οι βασίλισσες, οι παραφυάδες, τα μελισσοδέματα (πακέτα με μέλισσες) και τα παραγωγικά μελίσσια.

 

4.1.1.   Το Μέλι

Για τον περισσότερο κόσμο το μέλι είναι μια πολύ γλυκιά ουσία που παράγουν οι μέλισσες και την οποία εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος για τροφή. Είναι λίγοι εκείνοι που γνωρίζουν τον τρόπο παραγωγής του,  τον ρόλο του στην ζωή των μελισσών καθώς και την ποικιλομορφία του ανάλογα με την φυτική του προέλευση.

Η οδηγία 2001/110/Ε.Κ. του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για το μέλι αναφέρει ότι «Μέλι είναι η φυσική γλυκιά ουσία που παράγουν οι μέλισσες του είδους Apis mellifera από το νέκταρ των φυτών ή από εκκρίσεις ζώντων μερών φυτών ή εκκρίματα εντόμων, απομυζούντων φυτά, ευρισκόμενα πάνω στα ζώντα μέρη φυτών, τα οποία οι μέλισσες συλλέγουν, μετατρέπουν αναμειγνύοντας με ειδικές ύλες του σώματός τους, αποθέτουν, αφυδατώνουν, εναποθηκεύουν και φυλάσσουν στις κηρήθρες της κυψέλης τους προκειμένου να διατραφούν…».

Εξ ορισμού λοιπόν το μέλι είναι ένα βιολογικό προϊόν πολύ σύνθετο, του οποίου η σύσταση ποικίλει ανάλογα με τη φυτική του προέλευση και τις εδαφικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής στην οποία παράγεται. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να αναφερόμαστε σε διάφορες κατηγορίες μελιού και όχι γενικά στο μέλι.

Το νέκταρ των λουλουδιών είναι η πιο γνωστή πηγή προέλευσης του μελιού. Είναι ένα διάλυμα νερού και σακχάρων και ελάχιστων ποσοτήτων άλλων ουσιών (αμινοξέων, μετάλλων, βιταμινών, οργανικών οξέων, ενζύμων, αιθέριων ελαίων κλπ).

Η ποσότητα σακχάρων που περιέχει το νέκταρ ποικίλει από το 5% έως 75% ανάλογα το είδος του φυτού από το οποίο προέρχεται και τις εδαφο-κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Το κύριο σάκχαρο του νέκταρος είναι η σακχαρόζη, περιέχει όμως και ποσότητες γλυκόζης και φρουκτόζης. Από το νέκταρ παράγεται το ανθόμελο ενώ από τις εκκρίσεις διαφόρων εντόμων (μελιτώματα) που ζουν πάνω σε ζωντανά μέρη των φυτών και τις οποίες συλλέγει η μέλισσα, παράγονται το πευκόμελο, το μέλι ελάτης κτλ.

Από τη στιγμή που η συλλέκτρια μέλισσα αρχίζει να εισροφά το νέκταρ ή το μελίτωμα, αρχίζει και να του προσθέτει ουσίες από το αδενικό της σύστημα. Αυτές οι ουσίες είναι πλούσιες σε ένζυμα που ξεκινούν το διαχωρισμό της σακχαρόζης στα δυο της συστατικά, τη γλυκόζη και τη φρουκτόζη. Αυτή η διάλυση (ιμβερτοποίηση) της σακχαρόζης συνεχίζεται και μέσα στον πρόλοβο (μελιστομάχι) της  κατά το πέταγμα μέχρι την επιστροφή της στην κυψέλη. Επιστρέφοντας η συλλέκτρια στην κυψέλη, εναποθέτει το φορτίο της (μεταποιημένο νέκταρ) σε ένα κελί ή το προσφέρει σε μια οικιακή (εσωτερική) εργάτρια (αυτό λέγεται τροφάλλαξη), η οποία με τη σειρά της μπορεί να το δώσει σε άλλη κ.ο.κ., έως ότου τελικά καταλήξει σε ένα κελί.

Η ποσότητα αυτή του ήδη επεξεργασμένου νέκταρος, με τη συνεργασία πολλών εργατριών μελισσών και με τη βοήθεια των ζεστών αερίων μαζών που κινούνται μέσα στην κυψέλη, υφίσταται επιπλέον βιοχημικές επεξεργασίες καθώς και αφυδάτωση. Μετατρέπεται έτσι το νέκταρ σε ένα προϊόν, μια ουσία, με τελείως διαφορετικά χημικάφυσικάοργανοληπτικά και παλινολογικά  (περιεχόμενο σε γύρη) χαρακτηριστικά. Το μέλι, έτοιμο (ώριμο) στα κελιά των κηρηθρών, καλύπτεται στη συνέχεια από τις εργάτριες μέλισσες με ένα λεπτό στρώμα κεριού το «κάλυμμα» (Εικ. 3.20 άνω). Έχουμε έτσι το μέλι μέσα στις κηρήθρες από τις οποίες ο μελισσοκόμος θα το πάρει.

Σκέψου ότι:

Μια νεκταροσυλλέκτρια κάνει κατά μέσο όρο 10 ταξίδια νεκταροσυλλογής μεταφέροντας στην κυψέλη περίπου 1/3 του γραμμαρίου νέκταρ. Αν υποθέσουμε ότι το νέκταρ αυτό έχει περιεκτικότητα σε υγρασία 60%, για να γίνει 1γρ. μέλι με υγρασία περίπου 20%, πρέπει να δουλεύουν 6 εργάτριες επί μια ημέρα.

 

Τα διάφορα μέλια διακρίνονται σε δυο βασικές κατηγορίες. Τα ανθόμελα που προέρχονται από το νέκταρ των φυτών και τα μέλια μελιτωμάτων από εκκρίσεις εντόμων που ζουν επάνω στα ζωντανά μέρη των φυτών. Επίσης ανάλογα με τη φυτική τους προέλευση διακρίνονται σε: μέλι πορτοκαλιάς, θυμαρίσιο μέλι, μέλι ερείκης (ρεικιού), μέλι καστανιάς, πευκόμελο, μέλι ελάτης κ.ο.κ.

Κάθε είδος μελιού έχει χημικά, φυσικά, οργανοληπτικά και παλινολογικά χαρακτηριστικά, που καθορίζουν την ποιότητά του και το διαφοροποιούν από τα άλλα είδη μελιού.

Χημικά χαρακτηριστικά

Μια μέση χημική σύσταση του μελιού είναι η εξής:

  • Νερό 13% – 18%. Εάν η περιεκτικότητα αυτή είναι μεγαλύτερη του 18% υπάρχει κίνδυνος ζύμωσης (ξυνίσματος) του μελιού, οπότε γίνεται ακατάλληλο για κατανάλωση.
  • Ολικά σάκχαρα 80-82%. Από αυτά το 85-90% είναι οι μονοσακχαρίτες, φρουκτόζη, γλυκόζη με πάντοτε σχεδόν μεγαλύτερη την ποσότητα της φρουκτόζης. Υπάρχουν ακόμη σε μικρή ποσότητα η σακχαρόζη, η μαλτόζη και διάφοροι πολυσακχαρίτες. Τα περισσότερα σάκχαρα του μελιού προέρχονται από το νέκταρ ή το μελίτωμα. Ορισμένα μόνο σάκχαρα παράγονται κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του από τις μέλισσες και της ωρίμανσής του στα κελιά.
  • Οργανικά και ανόργανα οξέα. Το σπουδαιότερο από τα οργανικά οξέα είναι το γλυκονικό οξύ το οποίο προέρχεται από τη γλυκόζη.
  • Αζωτούχες ουσίες (αμινοξέα και πρωτεΐνες) σε πολύ μικρή ποσότητα, οι οποίες προέρχονται από τους κόκκους γύρης που περιέχει το μέλι.
  • Ιχνοστοιχεία, κυρίως μέταλλα. Τα σπουδαιότερα  είναι το Κ και ακολουθούν το Cl, S, Na, P, Mg, Si, Fe, Cu και άλλα.
  • Άλλες ουσίες όπως, αιθέρια έλαια, αλκοόλες, αλδεΐδες, χρωστικές κτλ.
  • Επίσης περιέχει μικρές ποσότητες βιταμινών (κυρίως υδατοδιαλυτών) και ενζύμων (κυρίως διαστάση, ιμβερτάση). Όλα τα ένζυμα του μελιού είναι πολύ ευπαθή στη θερμοκρασία.

Το μέλι έχει γενικά όξινο pH (περίπου 3,9). Τα ανθόμελα έχουν μικρότερες τιμές pH από τα μέλια μελιτωμάτων.

Φυσικά χαρακτηριστικά

Βασικό χαρακτηριστικό των μελιών (όχι όλων των ειδών) είναι η κρυστάλλωση ή ζαχάρωμα, η μετατροπή δηλαδή της ρευστής κατάστασης του μελιού σε συμπαγή στερεά μάζα. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται στην παρουσία της γλυκόζης, η οποία σχηματίζει κρυστάλλους γύρω από τους οποίους στερεοποιείται όλη η μάζα του μελιού. Η ταχύτητα και ο τρόπος κρυστάλλωσης εξαρτώνται από τη σχέση γλυκόζης/φρουκτόζης και γλυκόζης/νερού στο μέλι. Επηρεάζεται  πάρα πολύ επίσης από τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος, τους κόκκους γύρης που περιέχει κ.ά. Η κρυστάλλωση είναι μια φυσιολογική κατάσταση των μελιών και δεν σημαίνει ότι τα μέλια αυτά δεν είναι καλής ποιότητος. Αντίθετα, σχεδόν όλα τα ανθόμελα κρυσταλλώνουν με την πάροδο του χρόνου. Μέλια που δεν κρυσταλλώνουν είναι το πευκόμελο, το μέλι ελάτης, το μέλι καστανιάς κ.ά. Το θυμαρίσιο μέλι αργεί να κρυσταλλώσει.

Για κάθε είδος μελιού το ιξώδες, δηλαδή το πόσο παχύρρευστο είναι ένα μέλι, εξαρτάται από τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος που βρίσκεται και την περιεκτικότητά του σε νερό (περιεχόμενη υγρασία).

Το χρώμα, ως βασικό χαρακτηριστικό του μελιού, επηρεάζεται κυρίως από την φυτική του προέλευση (Εικ. 4.1).

Το μέλι έχει μικρή θερμική αγωγιμότητα και μεγάλη ειδική θερμότητα. Δηλαδή η ροή θερμότητας στη μάζα του γίνεται δύσκολα και χρειάζονται σχετικά μικρά ποσά της για να αυξηθεί η θερμοκρασία του. Έτσι το μέλι ζεσταίνεται τοπικά πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οι διάφορες, ευπαθείς στις αυξημένες θερμοκρασίες, πολύτιμες ουσίες που περιέχει.

Οργανοληπτικά χαρακτηριστικά

Η οσμή κάθε μελιού είναι ένα οργανοληπτικό χαρακτηριστικό του που επίσης εξαρτάται κυρίως από τη φυτική του προέλευση. Το μέλι έχει την ιδιότητα να απορροφά πολύ εύκολα μυρωδιές από το περιβάλλον του (χώροι εμπορίας, αποθήκευσης κλπ). Αποτέλεσμα είναι η αλλοίωση της χαρακτηριστικής του οσμής αν βρεθεί εκτεθειμένο σε περιβάλλον με άλλες οσμές. 

            Η γεύση του μελιού είναι γενικά γλυκιά. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις μελιών με υπόπικρη γεύση (π.χ. μέλι καστανιάς, ρεικιού κ.ά.).

Παλινολογικά χαρακτηριστικά

Αναφέρονται στην ποσοτική και ποιοτική περιεκτικότητα των μελιών σε γυρεοκόκκους. Κάθε είδος ή και ποικιλία φυτού έχει χαρακτηριστικής μορφολογίας γυρεοκόκκους, γεγονός που επιτρέπει την αναγνώριση της φυτικής προέλευσης του μελιού.

4.1.2.   Η Γύρη

Ο κάθε κόκκος γύρης είναι ένα ζωντανό κύτταρο πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά (Εικ. 4.2). Οι κόκκοι γύρης διαφέρουν ως προς τη χημική σύνθεση, το σχήμα, το μέγεθος και το χρώμα ανάλογα με το είδος του φυτού από το οποίο προέρχονται. Μια μέση χημική σύνθεση της γύρης που μεταφέρει η μέλισσα είναι η εξής :

  • Υγρασία 10-15%
  • Πρωτεΐνες και ελεύθερα αμινοξέα 20-35%
  • Ζάχαρα 25-35%
  • Λίπη 5%
  • Βιταμίνες (όλες τις βιταμίνες της ομάδας Β, βιταμίνη Α, D, E και C)
  • Ιχνοστοιχεία, ένζυμα, αντιβιοτικές ουσίες και διάφορες άλλες άγνωστης σύνθεσης ουσίες.

 

4.1.3.   Ο Βασιλικός πολτός

Πρόκειται για μια ουσία παχύρρευστη, ζελατινώδη, χρώματος λευκού, ελαφρώς υποκίτρινου, ιδιάζουσας γεύσης, όξινης, αρωματικής και ελαφρώς γλυκιάς.

Σε αντίθεση με τη γύρη και το μέλι, ο βασιλικός πολτός δεν αποθηκεύεται μέσα στις κηρήθρες αλλά παράγεται και διατίθεται απ’ ευθείας, από τις τροφούς εργάτριες που τον εκκρίνουν στις βασίλισσες ή στις νεαρές προνύμφες. Το γεγονός αυτό συνετέλεσε, για πολύ καιρό, αρνητικά στην έρευνα και μελέτη του προϊόντος αυτού. Υπάρχει όμως μια περίοδος στη διάρκεια της οποίας ο παραγόμενος βασιλικός πολτός βρίσκεται στο μελίσσι σε ποσότητα μεγαλύτερη από εκείνη που είναι απαραίτητη για την άμεση κατανάλωση των προνυμφών. Συγκεκριμένα, μέσα στα ανοικτά βασιλικά κελιά οι τροφοί μέλισσες εναποθέτουν ποσότητα βασιλικού πολτού (Εικ. 1.5) πολύ μεγαλύτερη από τις ανάγκες της προνύμφης στη συγκεκριμένη περίοδο. Η ποσότητα βέβαια αυτή θα καταναλωθεί αργότερα. Σε αυτήν την προσωρινά πλεονάζουσα ποσότητα βασίζεται ο μελισσοκόμος για να πάρει τον βασιλικό πολτό.

Μια μέση χημική σύνθεση φρέσκου (νωπού) βασιλικού πολτού από βασιλικά κελιά, στα οποία η προνύμφη έχει ηλικία 3-4 ημερών, είναι η εξής :

  • Υγρασία 66%
  • Πρωτεΐνες 12,5%
  • Σάκχαρα 12,5%
  • Λιπαρές Ουσίες 5,5%
  • Άλλες Ουσίες 3,5% (μέταλλα, βιταμίνες, ορμόνες και απροσδιόριστες ουσίες).

Όπως φαίνεται από τη σύσταση αυτή, ο βασιλικός πολτός περιέχει ένα μεγάλο ποσοστό πρωτεϊνούχων ουσιών στις οποίες και οφείλεται η υψηλή θρεπτική του αξία. Επίσης το μεγάλο ποσοστό βιταμινών, κυρίως εκείνων της ομάδας Β, ιχνοστοιχείων καθώς και η παρουσία ουσιών με αντιβιοτική δράση, καθιστούν τον βασιλικό πολτό ένα πολύτιμο φυσικό προϊόν για τον άνθρωπο.

 

4.1.4.   Το κερί

Το κερί είναι ένα προϊόν που αποτελείται από διάφορα συστατικά, τα οποία στο σύνολό τους ανήκουν στην χημική κατηγορία ουσιών «Λίπη και Έλαια»

Μια μέση χημική σύσταση του κεριού είναι η εξής :

  • Εστέρες λιπαρών οξέων 70%.
  • Ελεύθερα λιπαρά οξέα 14%
  • Υδατάνθρακες 12,5-16%.
  • Άλλοι  εστέρες 1%.
  • Ελεύθερες αλκοόλες 1-2%.
  • Υγρασία 1-2%.
  • Διάφορες ουσίες (πρόπολη, χρωστικές ουσίες, αρωματικές ουσίες κτλ) 1-5%.

Είναι αδιάλυτο στο νερό, μερικώς διαλυτό στην αλκοόλη και διαλυτό στον αιθέρα, το χλωροφόρμιο, τη βενζίνη κτλ. Λιώνει στους 62-65ο C και στερεοποιείται (πήζει) στους 60ο C.

Το κερί παράγεται υπό τη μορφή μικρών, λευκών λεπιών από τους κηρογόνους αδένες (Εικ. 4.3). Τα κέρινα αυτά λέπια μόλις παραχθούν χρησιμοποιούνται από τις εσωτερικές εργάτριες μέλισσες, οι οποίες με συντονισμένες κινήσεις και διαδικασίες κατασκευάζουν (κτίζουν) τις κηρήθρες της κυψέλης τους ανάλογα με τις ανάγκες τους. Το χρώμα του κεριού είναι λευκό τη στιγμή της παραγωγής του, σύντομα όμως διαφοροποιείται και γίνεται από κίτρινο έως ροζέ ή σκούρο καφέ, ανάλογα με την ποιότητα της γύρης με την οποία τρέφονται οι μέλισσες και την πρόπολη που ταυτόχρονα αυτές επεξεργάζονται.

Η ιδανική θερμοκρασία μέσα στην κυψέλη για την παραγωγή κεριού είναι 30-36ο C. Στην κατάσταση αυτή το μελίσσι πρέπει να καταναλώσει μεγάλες ποσότητες μελιού, γύρης και νερού για να παράγει κερί και να χτίσει τις κηρήθρες. Η μέση αναλογία κατανάλωσης μελιού και παραγωγής κεριού είναι 10 προς 1. Δηλαδή για την παραγωγή 1 κλ. κεριού το μελίσσι πρέπει να καταναλώσει περίπου 10 κλ. μέλι. Η αντίστοιχη για τη γύρη είναι 8 προς 1.

 

4.1.5.   Η Πρόπολη

Η λέξη πρόπολη προέρχεται ή από τις ελληνικές λέξεις προ και πόλη, που σημαίνει μια ουσία που τοποθετείται προ της εισόδου της πόλης (κυψέλης) για την άμυνα του μελισσιού, ή από τις λατινικές λέξεις pro (πριν) και polire (που σημαίνει απολυμαίνω).

Είναι μια ύλη γνωστή για τις θεραπευτικές, απολυμαντικές και άλλες ιδιότητες, από τους αρχαιότατους χρόνους, σε πολλούς πολιτισμούς (Αίγυπτος, Ελλάδα, Ασία κτλ). Τη μαζεύουν εξειδικευμένες εργάτριες μέλισσες κατά το τελευταίο στάδιο της ζωής τους. Οι εργάτριες αυτές, τις πιο ζεστές ώρες της ημέρας, επισκέπτονται φυτά πλούσια σε ρητινώδεις, γομώδεις και βαλσαμικές ουσίες, τις οποίες αποκολλούν σε μικρά κομμάτια με τις σιαγόνες τους συνήθως από τους οφθαλμούς των φυτών αυτών. Τις ουσίες αυτές μετά από μια πρώτη επεξεργασία που τους κάνουν με διάφορα εκκρίματα αδένων τους, τις τοποθετούν στα καλαθάκια της γύρης του πίσω ζεύγους ποδιών τους. Αφού μαζέψουν αρκετή ποσότητα, τη μεταφέρουν στην κυψέλη τους και, με τη βοήθεια άλλων εσωτερικών εργατριών μελισσών, τη χρησιμοποιούν απ’ ευθείας σε διάφορες εργασίες μέσα στην κυψέλη.

Μια μέση χημική σύνθεση της πρόπολης είναι η εξής :

•50-55% ρητινώδεις και βαλσαμικές ουσίες, •5-10% πτητικές ουσίες,

•25-35% κερί,•0,5% αιθέρια έλαια,•5% γύρη,•5% άλλες οργανικές ουσίες.

Ανάλογα τη χημική σύνθεση της πρόπολης διαφοροποιούνται και τα φυσικά χαρακτηριστικά της : το χρώμα, το άρωμα, η γεύση και η σκληρότητά της. Το χρώμα της ποικίλει από το πρασινοκίτρινο στο καφετί και μέχρι το μαύρο. Είναι αδιάλυτη στο νερό. Είναι διαλυτή στην αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα).

Η πρόπολη έχει διάφορες χρήσεις από τον άνθρωπο. Λόγω των φαρμακευτικών ιδιοτήτων της, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βακτηριοκτόνος, βακτηριοστατική και αντιοξειδωτική ουσία. Χρησιμο-ποιείται επίσης στην κοσμετική για την παρασκευή καλλυντικών, στη βιομηχανία για την παρασκευή αλοιφών και βερνικιών και στη γεωργία ως μυκητοκτόνο και εντομοκτόνο αλλά και ως προστατευτικό των φρούτων και λαχανικών πριν αλλά και μετά τη συλλογή.

 

4.1.6.   Το Δηλητήριο

Το δηλητήριο της μέλισσας αποτελείται από τρεις ομάδες ουσιών. Στην πρώτη ομάδα περιλαμβάνονται βιογενείς αμίνες, μεταξύ των οποίων η Ισταμίνη (0,1-1%), υπεύθυνη για τον οξύ πόνο που προκαλείται αμέσως μετά το κέντρισμα. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τοξικές ουσίες μεταξύ των οποίων και τη Μελιτίνη, η οποία προκαλεί επίσης πόνο αλλά και φλεγμονή στο σημείο του κεντρίσματος. Άλλη τοξική ουσία που ανήκει στην ομάδα αυτή είναι η Απαμίνη που επηρεάζει ιδιαίτερα το νευρικό σύστημα. Στην τρίτη ομάδα ανήκουν κυρίως ένζυμα, μεταξύ των οποίων η Υαλουρονιδάση (1-3%) και η Φωσφολιπάση Α (12%).

Εκτός από τις ουσίες των τριών ανωτέρω ομάδων, το δηλητήριο της μέλισσας περιέχει επίσης νερό, διάφορα οργανικά και ανόργανα οξέα (π.χ. φωσφορικό, μυρμηκικό, υδροχλωρικό, παλμιτικό κ.ά.) καθώς και πρωτεϊνούχες ουσίες. Με κάθε κέντρισμα εισέρχεται στον εχθρό περίπου 0,1-0,5mg δηλητηρίου. Το δηλητήριο της μέλισσας έχει για τον άνθρωπο φαρμακευτικές ιδιότητες. Στα αλλεργικά όμως άτομα μπορεί να προκαλέσει ακόμα και τον θάνατο.

 

4.2. Προϋποθέσεις και τεχνικές απόληψης μελισσοκομικών προϊόντων

Ο μελισσοκόμος πρέπει να γνωρίζει τις τεχνικές και τις προϋποθέσεις για την παραγωγή όλων των μελισσοκομικών προϊόντων έτσι ώστε να μη βασίζει την επιχείρησή του (εκτός εξαιρέσεων) σε ένα και μόνο προϊόν (συνήθως μέλι). Πρέπει ακόμα να σκεφτούμε ότι η ταυτόχρονη παραγωγή από το ίδιο μελίσσι δύο προϊόντων (π.χ. μέλι και γύρη) μπορεί να παρουσιάζει προβλήματα για την όλη κατάστασή του (υγιεινή, συμπεριφορά των μελισσιών κ.ά.) αλλά και για την ποσότητα των προϊόντων που αναμένουμε να παραχθούν.

Στη συνέχεια αναφέρονται προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν στο μελίσσι και το φυσικό περιβάλλον του καθώς και τεχνικές απόληψης για καθένα από τα μελισσοκομικά προϊόντα.

 

4.2.1.   Μέλι

Στην Ελλάδα αλλά και αλλού το μέλι αποτελεί το κύριο μελισσοκομικό προϊόν για το σύνολο σχεδόν των μελισσοκομικών μονάδων. Η απόληψη (συλλογή, τρύγος) του μελιού μπορεί να γίνει μια, δύο ή και περισσότερες φορές τον χρόνο χωρίς όμως να αποκλείεται και η περίπτωση να μη γίνει και καθόλου.

Βασικές προϋποθέσεις για την παραγωγή μελιού είναι η ύπαρξη μελισσοβοσκών (ανθισμένα μελισσοκομικά φυτά ή μελιτώματα) και δυνατών (με μεγάλο πληθυσμό) μελισσιών. Γνωρίζοντας ο μελισσοκόμος πότε υπάρχει η κύρια ανθοφορία στην περιοχή του (η ανθοφορία δηλαδή από την οποία αναμένει να πάρει μέλι), φροντίζει ώστε τότε να έχουν αναπτύξει τα μελίσσια του τον μεγαλύτερο δυνατό πληθυσμό.

Το λιγότερο μια εβδομάδα πριν την κύρια ανθοφορία χρειάζεται να γίνει επιθεώρηση στα μελίσσια. Δεν επιτρέπεται να γίνονται επιθεωρήσεις κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας για να μην ενοχλούνται οι συλλέκτριες μέλισσες και για να μην παίρνει οσμή από τον καπνό που χρησιμοποιούμε το μέλι.

 

Γνωρίζεις ότι:

  • Παραγωγικό είναι ένα μελίσσι με 40.000 μέλισσες περίπου (κάθε πλαίσιο που σκεπάζεται με πληθυσμό έχει 1800 μέλισσες περίπου).
  • Μπορείς να καταλάβεις πόσο δυνατό είναι ένα μελίσσι χωρίς να το ανοίξεις παρατηρώντας πόσες συλλέκτριες επιστρέφουν στην κυψέλη. Όταν η παρατήρηση (αρίθμηση) είναι σχετικά εύκολη και δεν μετριούνται πάνω από 30 μέλισσες το λεπτό, τότε το μελίσσι είναι σχετικά αδύνατο.

 

Μελίσσια που είναι αδύναμα δεν θα δώσουν παραγωγή και για αυτό πρωταρχική ενέργεια αποτελεί η συνένωση (συνήθως ανά δύο) τέτοιων μελισσιών.

Άλλες ενέργειες – επεμβάσεις που γίνονται πριν τη μελιτοσυλλογή προκειμένου να εξασφαλισθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις καλής παραγωγής και απόληψης μελιού είναι:

  • Τοποθέτηση βασιλικού διαφράγματος με φροντίδα ώστε η βασίλισσα να είναι στον κάτω όροφο. Έτσι στον επάνω όροφο δεν θα υπάρχει γόνος και στις κηρήθρες θα μπαίνει μόνο μέλι. Ο σχετικός άλλωστε περιορισμός του γόνου, που επιτυγχάνεται με την τοποθέτηση του βασιλικού διαφράγματος, επιτρέπει σε περισσότερες μέλισσες να γίνουν συλλέκτριες.
  • Δημιουργία δεύτερης εισόδου (πάνω από το διάφραγμα) για διευκόλυνση των συλλεκτριών εργατριών. Η απόδοση τότε αυξάνει κατά πολύ.
  • Εξασφάλιση άφθονου και καθαρού νερού στα μελίσσια. Το νερό είναι απαραίτητο για υψηλές αποδόσεις.
  • Αποφυγή οποιασδήποτε επέμβασης με φάρμακα λόγω του κινδύνου ύπαρξης υπολειμμάτων τους στο μέλι.

 

Κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης των πλαισίων με μέλι από τις κυψέλες ο μελισσοκόμος πρέπει :

♦ Να φορά καθαρά ρούχα, χωρίς μυρωδιές

♦ Να σταματήσει την εργασία, αν εκδηλωθεί λεηλασία.

 

Θυμήσου:

Όλα τα όργανα ή εργαλεία που χρησιμοποιούμε για την απόληψη των προϊόντων, να έχουν προηγουμένως καθαριστεί με απορρυπαντικό, να έχουν ξεπλυθεί και στεγνώσει καλά.

 

  • Τα πατώματα που γεμίζουν με ώριμο μέλι πρέπει να απομακρύνονται (τρυγούνται) διότι η παρουσία κηρηθρών γεμάτων με μέλι μειώνει σημαντικά τη νεκταροσυλλογή.

Αφαιρούμε μόνο τα πλαίσια που έχουν ώριμο μέλι. Συνήθως ώριμο μέλι έχουν εκείνα που τα 2/3 περίπου των κελιών τους είναι σφραγισμένα. Αφαιρούμε όλα τα πλαίσια (με ώριμο μέλι) από το μελιτοθάλαμο χωρίς να καπνίζουμε πολύ. Συνήθως αποφεύγουμε να πάρουμε πλαίσια με ώριμο μέλι από τον εμβρυοθάλαμο. Τινάζουμε ένα-ένα τα πλαίσια για να απαλλαγούμε από τον πληθυσμό και με τη βοήθεια της μελισσοκομικής βούρτσας διώχνουμε όλες τις μέλισσες από το πλαίσιο. Έπειτα, το τοποθετούμε σε άδειο πάτωμα σκεπάζοντάς το κατάλληλα ώστε να μην πάει εκεί καμία μέλισσα. Μεταφέρουμε τα πατώματα με τα πλαίσια μελιού που πήραμε από τα μελίσσια σε χώρο (συνήθως μακριά από το μελισσοκομείο) που είναι μελισσοστεγανός (κλειστός με τρόπο ώστε να μην μπορούν να εισχωρήσουν οι μέλισσες) και σχετικά ζεστός.

Αφαιρούμε με ειδικό μαχαίρι (μαχαίρι απολεπισμού) (Εικ. 4.4) τα καλύμματα των κελιών από τα πλαίσια με το μέλι, και από τις δυο πλευρές. Τα τοποθετούμε κατάλληλα σε ειδικό μηχάνημα (μελιτοεξαγωγέα) (Εικ. 4.5), από το οποίο με φυγοκέντρηση παίρνουμε το μέλι που μαζεύεται στον πυθμένα του.

Επιστρέφουμε τα άδεια πλαίσια στα μελίσσια την ίδια ημέρα για να «γλύψουν» όπως λέμε οι μέλισσες τα υπολείμματα του μελιού και να επιδιορθώσουν τις τυχόν κακώσεις που δημιουργήθηκαν στις κηρήθρες.

 

4.2.2.   Γύρη

Οι μέλισσες επιστρέφοντας μετά τη γυρεοσυλλογή στην κυψέλη τους μεταφέρουν στα πίσω πόδια τους την γύρη με τη μορφή μικρών σβώλων και έχουν σκοπό να την τοποθετήσουν στα κελιά. Αν κλείσουμε την είσοδο της κυψέλης με ένα διάφραγμα που φέρει οπές, οι οποίες μόλις και αφήνουν τις μέλισσες να περνούν, οι σβώλοι αυτοί της γύρης αποσπώνται (ξεκολλούν) και πέφτουν από τα πόδια των μελισσών. Οι σβώλοι μπορούν πρώτα να περάσουν από ένα συρμάτινο ή πλαστικό πλέγμα και κατόπιν να τους συλλέξουμε σε ειδική υποδοχή.

Το διάφραγμα, το πλέγμα και η ειδική υποδοχή συλλογής είναι όλα ενσωματωμένα σε μια συσκευή που ονομάζουμε γυρεοπαγίδα (γυρεοσυλλέκτης) (Εικ. 4.6). Αυτή συνήθως προσαρμόζεται εύκολα, μπροστά στην είσοδο της κυψέλης. Υπάρχουν και γυρεοπαγίδες που τοποθετούνται μέσα στην κυψέλη, στην βάση της κυψέλης, κάτω από τον εμβρυοθάλαμο. Στην περίπτωση αυτή η βάση δεν πρέπει να είναι κολλημένη στον εμβρυοθάλαμο (βάση κινητή). Σε κάθε περίπτωση η γυρεοπαγίδα πρέπει να έχει ειδικά ανοίγματα για την έξοδο των κηφήνων. Διαφορετικά αυτοί θα φράξουν τις οπές του διαφράγματος της γυρεοπαγίδας.

Η ποσότητα γύρης που μπορούμε να συλλέξουμε την ημέρα είναι γύρω στα 100γρ. Συνολικά ο μελισσοκόμος μπορεί να συλλέξει τον χρόνο γύρω στα 3-5 ή και περισσότερα κιλά γύρης ανά κυψέλη.

Για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη παραγωγή γύρης πρέπει να γνωρίζουμε ότι:

  • Τα πολύ δυνατά ή τα αδύνατα μελίσσια δεν συλλέγουν πολύ γύρη. Αναλογικά περισσότερη γύρη συλλέγουν τα μελίσσια που αναπτύσσονται και έχουν όσο το δυνατόν περισσότερο ανοικτό γόνο.
  • Αφού τοποθετήσουμε τις γυρεοπαγίδες, τις αφήνουμε για 7-10 ημέρες και, μετά από ένα διάλειμμα 2-4 ημερών, τις τοποθετούμε πάλι για 7 ημέρες κ.ο.κ.
  • Τα μελίσσια τα οποία φέρουν γυρεοπαγίδες πρέπει ταυτόχρονα να τροφοδοτούνται με σιρόπι. Έχει αποδειχθεί ότι με την τροφοδοσία αυτή η ποσότητα της γύρης που συλλέγεται αυξάνει κατά 2-5 φορές.
  • Η συλλογή της γύρης από το συρτάρι συλλογής καλό είναι να γίνεται κάθε ημέρα, διότι έτσι αυτή δεν μένει εκτεθειμένη στις καιρικές συνθήκες και δεν υφίσταται προσβολές από μυρμήγκια και άλλους οργανισμούς που τρέφονται με γύρη.

Η φρέσκια γύρη, αυτή δηλαδή που συλλέγεται από τις γυρεοπαγίδες, έχει  αρκετή υγρασία και, εάν δεν στεγνώσει, δεν θα διατηρηθεί για πολύ, παρά μόνο στην κατάψυξη. Για να στεγνώσει η γύρη, να φτάσει δηλαδή σε υγρασία γύρω στο 8% και να μην κολλά στα δάκτυλα, όταν την πιέζουμε, υπάρχουν αρκετοί τρόποι.

Ένας τρόπος είναι να την απλώσουμε σε ένα πάχος 1cm, πάνω σε πυκνό συρμάτινο πλέγμα και να διοχετεύσουμε με αερόθερμο αέρα 35οC. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε η θερμοκρασία στην οποία στεγνώνει η γύρη να μην υπερβεί τους 40οC, γιατί τότε αυτή καταστρέφεται. Ένας άλλος απλός τρόπος είναι να απλώσουμε τη γύρη σε διηθητικό χαρτί και σε πάχος μέχρι 2cm σε καλά αεριζόμενο χώρο, μακριά από τον ήλιο, και να ανακατεύομε κάθε 24 ώρες.

Μετά το στέγνωμα, ακολουθεί το καθάρισμα από τα ξένα σώματα (μυρμήγκια, κομμένα φτερά, πόδια, σώματα μελισσών κ.ά.).

 

4.2.3.   Βασιλικός πολτός

Τα ανοικτά βασιλικά κελιά αποτελούν το μοναδικό μέρος στο μελίσσι όπου υπάρχει βασιλικός πολτός σε ποσότητα τέτοια που να είναι δυνατή η απόληψή του. Όταν τα κελιά αυτά κλείσουν, ο πολτός που περιέχεται είναι ελάχιστος. Οι περιπτώσεις που ένα μελίσσι φτιάχνει βασιλικά κελιά έχουν ήδη αναφερθεί. Από τα κελιά αυτά ο μελισσοκόμος με ειδικό εργαλείο μπορεί να πάρει μικρή ποσότητα βασιλικού πολτού. Ο τρόπος αυτός δεν είναι πρακτικά εφαρμόσιμος για την παραγωγή σε εμπορική κλίμακα βασιλικού πολτού. Για το λόγο αυτό, εφαρμόζεται άλλη ειδική  τεχνική η οποία ουσιαστικά είναι εκείνη που έχει περιγραφεί για την παραγωγή βασιλισσών. Ορφανεύουμε δηλαδή ένα πολύ δυνατό μελίσσι, τοποθετούμε σε αυτό ένα ειδικά διαμορφωμένο πλαίσιο στο οποίο υπάρχει ένας κινητός πήχης στην επιφάνεια του οποίου έχουμε κολλήσει 20 περίπου τεχνητά κέρινα βασιλικά κελιά. Αν το μελίσσι αυτό είναι αρκετά δυνατό (15 περίπου πλαίσια πληθυσμού), μπορούμε να τοποθετήσουμε δυο πήχεις με συνολικά 40 βασιλικά κελιά. Σε κάθε κελί εμβολιάζουμε μια προνύμφη εργάτριας, ηλικίας 10-36 ωρών, αφού πρώτα έχουμε εναποθέσει μια μικρή σταγόνα με βασιλικό πολτό.

Στα 20 ή 40 εμβολιασμένα με προνύμφες βασιλικά κελιά, οι ορφανές εργάτριες μέλισσες τοποθετούν αρκετό βασιλικό πολτό.

Ο μελισσοκόμος όμως 72 ώρες μετά τον εμβολιασμό (3Χ24 ώρες) απομακρύνει από το μελίσσι τους πήχεις με τα βασιλικά κελιά και από αυτά, αφού πρώτα αφαιρέσει την προνύμφη της βασίλισσας με ένα τσιμπιδάκι, βγάζει με ειδικό κουταλάκι ή με ειδική αντλία το βασιλικό πολτό. Τοποθετεί τον πολτό αυτό μέσα σε γυάλινα σκοτεινού χρώματος φιαλίδια και αμέσως στο ψυγείο στη συντήρηση (ψύξη) ή και στην κατάψυξη, στην περίπτωση που ο πολτός θα καταναλωθεί μετά από μακρύ χρονικό διάστημα (π.χ. 3-4 μήνες). Από κάθε βασιλικό κελί μπορεί κατά μέσο όρο να πάρουμε περίπου 200-300 mg βασιλικού πολτού.

Για να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στην παραγωγή βασιλικού πολτού, χρειάζονται κάποιες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να γνωρίζουμε και να  τηρούμε:

  • Τα μελίσσια πρέπει να είναι υγιή.
  • Να υπάρχει συνεχής ανθοφορία για όλη την περίοδο παραγωγής βασιλικού πολτού. Η ανθοφορία πρέπει να προσφέρει νέκταρ και μεγάλες ποσότητες γύρης.
  • Τα μελίσσια να είναι πολύ δυνατά, με νέες βασίλισσες και την περίοδο παραγωγής του βασιλικού πολτού να έχουν πολύ μεγάλο αριθμό νεαρών μελισσών.
  • Να γίνεται σωστή διατροφή των μελισσιών που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή βασιλικού πολτού.

Μια μέθοδος παραγωγής βασιλικού πολτού από ένα δυνατό διώροφο μελίσσι έχει ως εξής:

  • Τοποθετούμε ένα διάφραγμα βασίλισσας μεταξύ εμβρυοθάλαμου και πατώματος. Η βασίλισσα περιορίζεται στον εμβρυοθάλαμο, χωρίς να μπορεί να ανέβει, λόγω του διαφράγματος, στο επάνω πάτωμα.
  • Στο επάνω πάτωμα τοποθετούμε, αφού εμβολιάσουμε με προνύμφες, τα βασιλικά κελιά στα πηχάκια, από τα οποία μετά από 72 ώρες παίρνουμε το βασιλικό πολτό.
  • Την ίδια ημέρα ξαναεμβολιάζουμε τα κελιά από τα οποία πήραμε το βασιλικό πολτό, και πάλι μετά από 72 ώρες επαναλαμβάνουμε τις ίδιες εργασίες. Την εργασία αυτή την επαναλαμβάνουμε 4-5 φορές ανά 72 ώρες ανάλογα με τη δύναμη του μελισσιού και την υπάρχουσα ανθοφορία.
  • Κάθε φορά που παίρνουμε το βασιλικό πολτό από τα κελιά και τα ξαναεμβολιάζουμε, τροφοδοτούμε το μελίσσι με το κατάλληλο σιρόπι.

 

4.2.4.   Κερί

Οι πηγές παραγωγής κεριού για το μελισσοκόμο είναι δυο: οι παλιές μαύρες κηρήθρες και τα απολεπίσματα των κηρηθρών κατά τη διάρκεια απόληψης του μελιού (ξεμελιάσματος).

Οι παλιές μαύρες κηρήθρες θεωρούνται ακατάλληλες για τη σωστή συνέχιση της ανάπτυξης του μελισσιού. Πρέπει να απομακρύνονται από την κυψέλη και να αντικαθίστανται με νέες.

Η εξαγωγή του κεριού από τις παλιές μαύρες κηρήθρες γίνεται με τη χρησιμοποίηση των ακόλουθων μηχανημάτων ή συσκευών:

–               Ηλιακού κηροτήκτη (συσκευή στην οποία το λιώσιμο της κηρήθρας, επιτυγχάνεται με τη δράση της ηλιακής θερμότητας) (Εικ. 4.7).

–               Κηροτήκτη ατμού υπό χαμηλή πίεση.

–               Ειδικής πρέσας μέσα στην οποία υπάρχει βραστό νερό ή ατμός και πιέζονται σε ειδικό κάδο οι παλιές κηρήθρες.

–               Με το απλό βράσιμο των κηρηθρών σε ανοιχτό καζάνι με νερό.

Στην τελευταία περίπτωση, αφού βράσουν οι κηρήθρες, ελευθερώνουν το κερί που περιέχουν, το οποίο λόγω του μικρού του ειδικού βάρους, ανεβαίνει στην επιφάνεια του νερού και διαχωρίζεται πλήρως από αυτό, μόλις παγώσει.

Η ποσότητα κεριού που μπορεί να παραχθεί από κάθε παλιά κηρήθρα κυμαίνεται μεταξύ 70-120γρ. ανάλογα την παλαιότητα της κηρήθρας, το βάρος του αρχικού φύλλου που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία της και τον τύπο του κηροτήκτη που χρησιμοποιείται.

Το κερί που παίρνεται από το λιώσιμο των απολεπισμάτων, είναι κερί μεγάλης καθαρότητας και για το λόγο αυτό διατηρείται χωριστά από αυτό που παίρνεται με το λιώσιμο παλιών κηρηθρών. Το κερί αυτό χρησιμοποιείται συνήθως για την κατασκευή διαφόρων αλοιφών σημαντικής αξίας (κοσμετική). Η ποσότητα κεριού που παίρνεται από απολεπίσματα, υπολογίζεται μόνο στο 1% της παραγομένης ποσότητας κεριού.

 

4.2.5. Πρόπολη

Την πρόπολη μπορούμε να μαζέψουμε μέσα από την κυψέλη:

  1. Με τον περιοδικό καθαρισμό του εσωτερικού της κυψέλης
  2. Με την τοποθέτηση πλεγμάτων με μικρό άνοιγμα ( 2×2 χιλ ή 3×3 χιλ) πάνω στους κηρηθροφορείς των πλαισίων, κάτω από το καπάκι της κυψέλης.

Με τον πρώτο τρόπο μαζεύουμε περιορισμένη ποσότητα πρόπολης, 50-150gr τον χρόνο από κάθε κυψέλη και ποιότητα υποβαθμισμένη. Η πρόπολη αυτή περιέχει πολλές ξένες ύλες σε μεγάλη ποσότητα και έτσι η αξία της είναι χαμηλή.

Για να μπορέσουμε να παράγουμε πρόπολη σε μεγαλύτερη ποσότητα και καθαρότερη, χρησιμοποιούμε τον δεύτερο τρόπο (πλέγματα). Οι μέλισσες καλύπτουν και κλείνουν με πρόπολη όλες τις τρύπες του πλέγματος. Το πλέγμα μένει επάνω στην κυψέλη μέχρι να το καλύψουν όλο με πρόπολη (Εικ. 4.8).

Με τη μέθοδο αυτή, μπορεί ο μελισσοκόμος να μαζέψει μέχρι 500γρ. πρόπολης ανά μελίσσι. Ένα πλέγμα τελείως γεμάτο περιέχει περίπου 200γρ. πρόπολης.

 

4.2.6.   Δηλητήριο

Οι πολύ νεαρές μέλισσες, δηλαδή εκείνες που μόλις βγαίνουν από το κελί, δεν έχουν καθόλου δηλητήριο. Από τη δεύτερη όμως μέρα, ακόμα και αν η μέλισσα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το κεντρί, η κύστη του δηλητηρίου έχει περίπου 0,04mg δηλητήριο. Η ποσότητα αυτή αυξάνεται καθημερινά μέχρι την ηλικία των 15-20 ημερών, όταν δηλαδή οι εργάτριες γίνονται φρουροί και ετοιμάζονται να γίνουν συλλέκτριες. Όταν η κύστη είναι γεμάτη περιέχει περίπου 0,3mgr. Η ποσότητα αλλά και η ποιότητα του δηλητηρίου εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες όπως την εποχή (οι ανοιξιάτικες μέλισσες έχουν περισσότερο δηλητήριο), τη φυλή και ιδιαίτερα από το πόσο πλούσια είναι η διατροφή με γύρη. Μέλισσες που δεν διατρέφονται  με γύρη δεν έχουν σχεδόν καθόλου δηλητήριο.

Η συλλογή γίνεται με τη χρησιμοποίηση ειδικής συσκευής που τοποθετείται στην είσοδο της κυψέλης και που βασίζεται στον ερεθισμό των μελισσών με ηλεκτρικό ρεύμα. Κάτω από τη συσκευή αυτή, τοποθετείται γυάλινη πλάκα ή ένας καθρέπτης. Η μικρή τάση του ρεύματος (12 ή 18 V, και πάντως όχι πάνω από 20V)  ερεθίζει τις μέλισσες κατά τη διέλευσή τους και αφήνουν το δηλητήριό τους στην υάλινη πλάκα ή τον καθρέπτη.

Για τη συλλογή χρησιμοποιούνται δυνατά και υγιή μελίσσια. Αυτή γίνεται δυο φορές το μήνα (στην περίοδο που η ανθοφορία είναι πλούσια). Απαιτούνται περί το ένα εκατομμύριο μέλισσες (περίπου 20 μελίσσια) για να συλλεχθεί 1 gr δηλητηρίου.

 

4.2.7.      Άλλα προϊόντα

Άλλα προϊόντα του μελισσιού, τα οποία μπορούν να γίνουν αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης από τον μελισσοκόμο, είναι οι βασίλισσες και οι παραφυάδες. Το πώς παράγονται αυτά έχει ήδη αναφερθεί (βλ. κεφάλαιο 3). Για τα προϊόντα αυτά όπως επίσης και για μελισσοδέματα (κουτιά με μέλισσες) (Εικ. 4.9) υπάρχει ιδιαίτερη ζήτηση στην αγορά. Πληθώρα άλλων προϊόντων μπορούν να παραχθούν από τα κύρια (πρωτογενή) προϊόντα του μελισσιού. Ως παράδειγμα αναφέρονται το υδρόμελο, ένα είδος «κρασιού» από μέλι άλλα αλκοολούχα ποτά, διάφορες αλοιφές κ.ά.

Όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα που παράγει ένας μελισσοκόμος πρέπει να πληρούν όλους τους κανόνες υγιεινής που προβλέπονται για την ασφάλεια των καταναλωτών.

 

4.3. Μελισσοκομικό εργαστήριο

4.3.1.   Βασικές αρχές εγκατάστασης και λειτουργίας

Οι απαραίτητες εργασίες που ο μελισσοκόμος πραγματοποιεί στην ύπαιθρο για την εκτροφή των μελισσιών του και την παραγωγή των μελισσοκομικών προϊόντων, δεν αποτελούν τη μοναδική του απασχόληση. Ένα μεγάλο μέρος των εργασιών του, απαραίτητων στην όλη διαχείριση της μελισσοκομικής του εκμετάλλευσης, πραγματοποιείται σε ένα ειδικό, στεγασμένο χώρο, το μελισσοκομικό εργαστήριο. Το εργαστήριο αυτό αποτελείται από διαφορετικούς χώρους στον καθένα από τους οποίους πραγματοποιούνται διαφορετικές εργασίες. Είναι σημαντικό το εργαστήριο αυτό να βρίσκεται όσο το δυνατόν κοντύτερα στην κατοικία του μελισσοκόμου και να έχει άμεση πρόσβαση σε δίκτυα παροχής υπηρεσιών (νερό, ρεύμα κτλ). Απαραίτητη επίσης προϋπόθεση είναι η άμεση πρόσβαση σε αυτοκίνητο – φορτηγό. Το κτίσμα που θα κατασκευασθεί πρέπει να πληροί επίσης όλους τους πολεοδομικούς κανόνες και προϋποθέσεις, δεδομένου ότι μέσα σε αυτό θα γίνεται η απόληψη, η συσκευασία και η συντήρηση προϊόντων διατροφής του ανθρώπου όπως το μέλι, ο βασιλικός πολτός κτλ.

Απαραίτητοι χώροι που πρέπει να διαθέτει το μελισσοκομικό εργαστήριο, είναι οι εξής :

▪ Χώρος υποδοχής του μελισσοκομικού φορτηγού – αυτοκινήτου.

▪ Χώρος απόληψης του μελιού από τις κηρήθρες, συσκευασίας και αποθήκευσής του.

▪ Χώρος για την ξήρανση, καθαρισμό, συντήρηση και συσκευασία της γύρης, εφόσον αυτή αποτελεί βασικό προϊόν της εκμετάλλευσης. Στον χώρο αυτό μπορεί να γίνεται και η εξαγωγή, συσκευασία και συντήρηση του βασιλικού πολτού, εφόσον και αυτός αποτελεί προϊόν της μελισσοκομικής εκμετάλλευσης.

▪ Χώρος αποθήκευσης πρώτων υλών συσκευασίας.

▪ Χώρος συντήρησης, αποθήκευσης και βαφής κενών, καινούριων ή παλαιών κυψελών, εξαρτημάτων τους και άλλων εργαλείων.

▪ Χώρος συντήρησης κενών κηρηθρών.

▪ Χώρος έκθεσης και πώλησης των μελισσοκομικών προϊόντων.

▪ Χώρος γραφείου και W.C.

 

4.3.2.   Περιγραφή και στάδια χρήσης μελισσοκομικών εργαλείων και μηχανημάτων

Αυτά αναφέρονται ξεχωριστά για κάθε μελισσοκομικό προϊόν.

Μέλι

Η απόληψη ή εξαγωγή του μελιού από τις κηρήθρες ονομάζεται ξεμέλιασμα. Η εργασία αυτή πραγματοποιείται στο μελισσοκομικό εργαστήριο και απαιτεί την ύπαρξη ορισμένων εργαλείων και μηχανημάτων (μαχαίρια απολεπισμού, μελιτοεξαγωγέας) που έχουν ήδη αναφερθεί.

Τα μαχαίρια απολεπισμού μπορεί να είναι χειροκίνητα ή μηχανικά. Τα χειροκίνητα μαχαίρια είναι τααπλά (θερμαίνονται με τη βύθισή τους σε βραστό νερό), τα μαχαίρια ατμού και τα ηλεκτρικά μαχαίρια (Εικ. 4.10). Στο μαχαίρι ατμού, διοχετεύεται στη λεπίδα του, εσωτερικά, με ειδικό σωλήνα, ατμός από νερό που βράζει σε μικρό δοχείο. Στο ηλεκτρικό μαχαίρι απολεπισμού η θέρμανση της λεπίδας γίνεται με ηλεκτρική αντίσταση που βρίσκεται στο εσωτερικό της. Απλό εργαλείο είναι το πιρούνι απολεπισμού (Εικ. 4.4). Τα μηχανικά μαχαίρια, των οποίων η λειτουργία εξασφαλίζει και ορισμένους αυτοματισμούς, είναι κατάλληλα για μεγάλες μελισσοκομικές μονάδες.

Ο πάγκος απολεπισμού (Εικ. 4.11) είναι ειδικός πάγκος πάνω στον οποίο πραγματοποιείται ο απολεπισμός των κηρηθρών με το μέλι. Μέσα στον πάγκο, μαζεύονται όλα τα κεριά και μέλια που απελευθερώνονται κατά τον απολεπισμό των κηρηθρών. Είναι εφοδιασμένος με ειδικό φίλτρο, ώστε να επιτυγχάνεται μέσα σε αυτόν ο διαχωρισμός του κεριού από το μέλι,

Σχετικές δημοσιεύσεις

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ- Προσπαθήστε να γράφετε με Ελληνικούς χαρακτήρες! - Ο Χρήστης είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το περιεχόμενο των σχολίων που αναρτά και δημοσιεύει. Αναφορές που θίγουν ή βλάπτουν ονόματα διαγράφονται από την διαχείριση ή σε κάποιες περιπτώσεις τροποποιούνται. - Οι απόψεις, θέσεις του συγγραφέα - αρθρογράφου δεν υιοθετούνται απαραίτητα από την συντακτική ομάδα του site και είναι αποκλειστικός υπεύθυνος για τα γραφόμενα.